Αρχική ΔιάφοραΣυνεντεύξεις Συζητάμε με την Ξένια Καλογεροπούλου, ηθοποιό

Συζητάμε με την Ξένια Καλογεροπούλου, ηθοποιό

από kmir

kalogeropoulou-1Ξένια Καλογεροπούλου: «Δεν μοιάζω καθόλου με το κορίτσι που βλέπει ο κόσμος στις ταινίες».

 

Συνέντευξη στη Δήμητρα Μαυρίδου

«Νομίζω όλοι έχουμε πολλούς εαυτούς. Άλλη εντύπωση έχει για μένα ο άντρας μου, άλλη ορισμένοι φίλοι, άλλη οι θεατές – εξαρτάται, φυσικά, ποιοι θεατές. Σίγουρα δεν μοιάζω καθόλου πια -αν υποθέσουμε ότι έμοιαζα, που ούτε τότε έμοιαζα- με το κορίτσι που βλέπει ο κόσμος στις ταινίες και εξακολουθεί να είναι ζωντανό γι’ αυτούς. Όχι μόνο επειδή άλλαξε η ηλικία μου, αλλά επειδή ποτέ δεν ήμουν έτσι. Δεν έμοιαζα με τους ρόλους αυτούς που έπαιζα. Ήταν λίγο συμβατικοί, ένα φτωχό κορίτσι δυστυχισμένο ή ένα κακομαθημένο πλούσιο».

Κάπως έτσι ξεκίνησε η συζήτησή μας, στο διαμέρισμά της, χωρίς ίχνος σνομπισμού και κυρίως χωρίς στημένες απαντήσεις. Μια απλή, προσιτή γυναίκα, που εμένα, όσο κι αν το αρνείται, μου θύμισε το γλυκό κορίτσι που πρωτοξεκινούσε το 1958, παίζοντας στην ταινία Η κυρά μας η μαμμή. Μπορεί να κάνω και λάθος…

Ποια είναι, τελικά, η πραγματική Ξένια;

Με συναντάνε στον δρόμο και μου λένε πράγματα για μένα που είναι σαν να τα λένε για κάποιον άλλον άνθρωπο. Η Ξένια η πραγματική είναι αυτή που είναι είτε στο σπίτι με τον άντρα της είτε δουλεύει στο θέατρο με δύο τρόπους. Ο ένας είναι η δουλειά που γίνεται για τα παιδιά στο θέατρο Πόρτα, που είμαστε πια μια οικογένεια, είτε με τους μόνιμους συνεργάτες είτε με τους συνεργάτες που πάνε και έρχονται. Και ο άλλος όταν δουλεύω σε θέατρα που είναι πολύ διαφορετικά από το δικό μου, όταν δούλευα σαν ηθοποιός ή πριν κάνω δικό μου θίασο. Αυτή την ατμόσφαιρα στα θέατρα θα ήθελα να την έχω βρει από την αρχή. Δεν την βρήκα στα νιάτα μου, την βρήκα αργότερα.

Τις ταινίες δεν τις αγάπησα τόσο. Με ενοχλεί πολύ όταν με πετυχαίνουν άνθρωποι στον δρόμο και μου λένε: Έχετε αποσυρθεί; Δεν εργάζεστε; Μου μιλάνε για ένα παρελθόν που εμένα δεν με αφορά και πολύ. Εμένα με αφορά το παρόν. Απλώς, ο κόσμος όταν λέει παρόν εννοεί την τηλεόραση, κάποια θεάματα που είναι για τον πολύ κόσμο. Αυτός ο κόσμος δεν παρακολουθεί τη δουλειά που γίνεται σε άλλους κλάδους. Είναι πολύ πιο περίπλοκη η εικόνα που έχω για τον εαυτό μου και πολύ απλή από μια μεριά.

Η ηθοποιία πώς προέκυψε;

Όταν ήμουν στο σχολείο, κάναμε παραστάσεις. Γράφαμε θεατρικά έργα και τα ανεβάζαμε στη σκηνή. Από τότε ήθελα να ασχοληθώ με το θέατρο. Το σινεμά προέκυψε τυχαία. Με είδε στον δρόμο ο Χατζιδάκις και μου είπε: «Θες να παίξεις στο σινεμά;» Δέχτηκα. Η πρώτη μου ταινία ήταν Η κυρά μας η μαμμή. Παρ’ όλα αυτά, δεν ήμουν και πολύ ευτυχής, γιατί τότε γίνονταν λίγο πρόχειρα τα πράγματα. Κι εγώ δεν ήμουν ώριμη. Χρειαζόμουν ανθρώπους να με βοηθήσουν. Τους βρήκα πολύ αργότερα. Ακόμα και τότε όμως, όταν έκανα θίασο με τον Γιάννη τον Φέρτη, αναγκαζόμασταν να κάνουμε ταινίες που δεν τις θέλαμε, μόνο και μόνο για να συντηρήσουμε τον θίασο.

Αγαπήσατε κάποιες από αυτές τις ταινίες;

Δεν αγάπησα ολόκληρες ταινίες, αλλά κομμάτια απ’ αυτές. Κάποιες δεν θέλω καν να τις ακούω. Δεν μου είναι και τόσο ευχάριστο να τις βλέπω. Δεν μου αρέσει ο εαυτός μου.

Αυτό σημαίνει ότι είστε αυστηρός κριτής του εαυτού σας.

Αντικειμενικός θα έλεγα.

Το 1972 ξεκινήσατε να διευθύνετε τη Μικρή Πόρτα…

Εκείνη την εποχή, εξαιτίας της δικτατορίας, ήταν λίγο μελαγχολική η κατάσταση. Ακριβώς όμως, επειδή ήταν παράξενη η περίοδος, ήθελα να κάνω κάτι άλλο, κάτι πολύ φρέσκο. Λέγαμε τότε με τον Γιάννη τον Φέρτη: «Ωραία, παίζουμε το τάδε έργο και τι προσφέρουμε; Τι σημασία έχει αυτό που κάνουμε;» Κάπως έτσι, σκεφτήκαμε να κάνουμε θέατρο για παιδιά. Τότε, θίασοι με επαγγελματίες ηθοποιούς και με τις προδιαγραφές μιας παράστασης για ενήλικες δεν υπήρχαν. Ο δικός μας θίασος ήταν εντυπωσιακός. Έπαιζε η Λήδα Πρωτοψάλτη, ο Σταμάτης Φασουλής, ο Κώστας Αρζόγλου, ο Μίμης Χρυσομάλλης, η Σμαράγδα Σμυρναίου, η Υβόννη Μαλτέζου. Υπήρξε άμεση ανταπόκριση.

Προβλήματα δεν υπήρχαν, εξαιτίας του πολιτικού πλαισίου;

Το έργο που παίζαμε δεν είχε κάτι ώστε να προβληματίσει τη λογοκρισία. Το διαλέξαμε γιατί ήταν ευχάριστο, ήταν φρέσκο, μια διασκευή του Πινόκιο. Δεν ήταν στόχος του να προκαλέσει. Το επόμενο έργο που είχαμε παίξει, ο Μορμολής, είχε από τη φύση του κάποια πράγματα που προσφέρονταν για να τα πάρει κανείς ως αντιδικτατορικά. Ανέβηκε, όμως, σε καταπληκτική στιγμή, λίγες μέρες μετά τα γεγονότα στο Πολυτεχνείο. Ετοιμαζόμασταν να ανοίξουμε, έγινε ό,τι έγινε, ήρθε κόσμος και κρυβόταν στο θέατρο. Όταν, λοιπόν, παίχτηκε το έργο, απέκτησε έντονη αντιδικτατορική σημασία. Χειροκροτούσε ο κόσμος σαν να ήταν σε διαδήλωση.

Δειτε επισης...

Η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για την βελτιστοποίηση της πλοήγησής σας. Αποδοχή Διαβάστε περισσότερα

Πολιτική Προστασίας Δεδομένων & Cookies