familylife.gr
Αλλεργική ρινίτιδα για… μικρούς και μεγάλους
Ευρετήριο Άρθρου
Αλλεργική ρινίτιδα για… μικρούς και μεγάλους
Σελίδα 2
Όλες οι Σελίδες

ygeia-allergiesΗ ρινίτιδα αποτελεί φλεγμονή του ρινικού βλεννογόνου και εκδηλώνεται με ένα ή περισσότερα από τα παρακάτω συμπτώματα: ρινική συμφόρηση (μπούκωμα),ρινόρροια («τρέχει» η μύτη), αυξημένη οπισθορρινική έκκριση (βλέννη ρέει στον φάρυγγα ερεθίζοντας και προκαλώντας βήχα και συχνό καθάρισμα του λαιμού), πταρνίσματα και υποσμία ή ανοσμία. 

Η αιτιολογία μπορεί να είναι φλεγμονώδης (μικροβιακή ή ιογενής), αλλεργική ή αγγειοκινητική (ενδογενής).

 

Του Σωτήρη Παπουλιάκου, ωτορινολαρυγγολόγου-χειρουργού κεφαλής και τραχήλου

Τι είναι η αλλεργική ρινίτιδα;

Η αλλεργική ρινίτιδα είναι μια αντίδραση υπερευαισθησίας του ρινικού βλεννογόνου. Όταν κάποια ξένη προς τον οργανισμό ουσία (που ονομάζεται αντιγόνο, και στη συγκεκριμένη περίπτωση ονομάζεται αλλεργιογόνο) εισβάλλει στον οργανισμό, διαμέσου συνήθως της αεροφόρου οδού, αναγνωρίζεται από ειδικά κύτταρα του οργανισμού. Ακολουθεί σειρά αντιδράσεων του οργανισμού, που έχει ως αποτέλεσμα την παραγωγή IgΕ ανοσοσφαιρίνης, ειδικών έναντι του αλλεργιογόνου IgE αντισωμάτων αλλά και παράλληλη απελευθέρωση μεσολαβητικών ουσιών οι οποίες είναι υπεύθυνες για τα κλινικά συμπτώματα της νόσου (φτέρνισμα, μπούκωμα). Για την εμφάνιση των τελευταίων δεν αρκεί μόνο η ευαισθητοποίηση του  ασθενή στο αλλεργιογόνο, αλλά και η επανέκθεσή του στο ίδιο αλλεργιογόνο ύστερα από κάποιο χρονικό διάστημα.

Ποιοι υποφέρουν από αλλεργική ρινίτιδα;

Η αλλεργική ρινίτιδα είναι πολύ συχνή. Προσβάλλει από 10-20% του πληθυσμού, ανάλογα τη γεωγραφική κατανομή. Αυτό σημαίνει ότι πάσχουν από ένα μέχρι δύο εκατομμύρια Έλληνες. Απαντά σε οποιαδήποτε ηλικία, ακόμη και στη βρεφική, αλλά η νόσος είναι πιο συχνή στις ηλικίες από 10 έως 15 ετών και διατηρείται σε υψηλά επίπεδα μέχρι την ηλικία των 35 ετών, μετά την οποία εμφανίζει μείωση. Έχει διαπιστωθεί ότι, συνήθως, υπάρχει κληρονομική επιβάρυνση, καθώς η απάντηση του οργανισμού με υπερπαραγωγή IgE ανοσοσφαιρίνης είναι γενετικά ελεγχόμενη. Η έναρξη των συμπτωμάτων στην παιδική ηλικία είναι πιθανότερο να συνοδεύεται από θετικό οικογενειακό ιστορικό για αλλεργικό νόσημα.

Εποχιακή και μη εποχιακή ρινίτιδα

Διακρίνεται σε εποχιακή (seasonal – hay fever) και σε μη εποχιακή ή ετήσια.

Στην εποχιακή αλλεργική ρινίτιδα τα συμπτώματα είναι περισσότερο έντονα μια ορισμένη εποχή του έτους και, συνήθως, σχετίζονται με τη γύρη. Η βαρύτητα των συμπτωμάτων μπορεί να διαφέρει από έτος σε έτος, ανάλογα με τη συγκέντρωση των αλλεργιογόνων. Τα συμπτώματα είναι η αμφίπλευρη διαυγής λεπτόρρευστη ρινόρροια (η μύτη «τρέχει» υγρό σαν νερό), ο κνησμός και ο ερεθισμός της μύτης, τα συνεχόμενα και επαναλαμβανόμενα πταρνίσματα και το «μπούκωμα» της μύτης. Μπορεί να εμφανιστεί κεφαλαλγία, κόπωση, αδυναμία συγκέντρωσης, κνησμός στους οφθαλμούς, αύξηση των δακρύων. Πολλά παιδιά σκουπίζουν τη μύτη προς τα πάνω χρησιμοποιώντας την παλάμη τους (αλλεργικός χαιρετισμός), με αποτέλεσμα να δημιουργείται ενίοτε μια πτυχή πάνω από την άκρη της μύτης. Πολλές φορές μπορεί να συνυπάρχει και οίδημα κάτω από τους οφθαλμούς σε συνδυασμό με μαύρους κύκλους, ενώ αναφέρεται και παροδική ανοσμία.

Η μη εποχιακή ή ετήσια αλλεργική ρινίτιδα προκαλείται, συνήθως, από την οικιακή σκόνη (ακάρεα), μύκητες, ζώα, πούπουλα κρεβατιού, σπιτικά λουλούδια, χημικές ουσίες και μπογιές. Η κλινική εικόνα μοιάζει με αυτήν της εποχιακής, αλλά διαρκεί όλο το έτος, συνήθως κυριαρχεί η χρόνια ρινική απόφραξη, ενώ τα ευρήματα από τους οφθαλμούς είναι ηπιότερα.

Πώς γίνεται η διάγνωση;

Η διάγνωση στηρίζεται κυρίως στο ιστορικό. Ακολουθεί η κλινική εξέταση της μύτης με προσθία ρινοσκόπηση και ενδοσκόπηση. Ο βλεννογόνος της μύτης ανευρίσκεται στην οξεία φάση ερυθρός και διογκωμένος, ενώ μεταξύ των προσβολών μπορεί να είναι ωχρός. Η ρινική θαλάμη αποφράσσεται από διαυγή λεπτόρρευστη βλέννη. Μερικές φορές ανευρίσκονται ρινικοί πολύποδες και σε περίπτωση μικροβιακής ή ιογενούς επιμόλυνσης οι εκκρίσεις μπορεί να είναι βλεννοπυώδεις.

Η διάγνωση επιβεβαιώνεται με πιο εξειδικευμένες αντιδράσεις και, συνήθως, με τη συμβολή αλλεργιολόγου. Τέτοιες εξετάσεις είναι: οι δερμοαντιδράσεις (prick tests, με την εισαγωγή στο δέρμα του αντιβραχίου διαφόρων πιθανών αλλεργιογόνων και την αξιολόγηση της τοπικής δερματικής αντίδρασης), η μέτρηση της ολικής και ειδικής IgE του αίματος (RAST test), η δοκιμασία ELISA και η άμεση εξέταση επιχρίσματος που λαμβάνεται από τον ρινικό βλεννογόνο.



 

Διαβάστε επίσης...


Διαφήμιση






Διαφήμιση